535banner
aggelies banner
euromedica 15
jumbo
Πέμπτη, 09 Ιανουάριος 2020 12:53

Η εικόνα του οπλαρχηγού Θεοδώρου Ζιάκα στην τοπική ιστοριογραφία

ziakas1

Ο οπλαρχηγός των Γρεβενών Θεόδωρος Ζιάκας. Από κλέφτης κι αρματολός πέρασε στην μνήμη ως αγωνιστής του Έθνους.

του Θανάση Καλλιανιωτη 

Στο παρόν πόνημα[1] φυλλομετρούνται κι αναλύονται απόψεις αυτοπτών ιστοριογράφων της οικογένειας Ζιάκα, όπως και οι αναφορές των τελευταίων. Γίνεται λόγος περί της καταγωγής και περιγράφεται η προσφορά του Θεόδωρου Ζιάκα στην επανάσταση του 1854. Ύστερα παρουσιάζονται όσα στοιχεία οι ύστεροι ιστοριογράφοι επέλεξαν, παρέκαμψαν ή προσέθεσαν κι ενδιάμεσα ανιχνεύονται οι αιτίες. Τέλος μετά από μικρή στάση στις παραστάσεις του ειρημένου αγωνιστή δίδεται λιτά μια διαυγής εικόνα της ευρύτερης οικογένειάς του όσο και των ιστοριογράφων της

Προλεγόμενα

Ένας πρώτος τρόπος γνωριμίας με το ιστορικό πρόσωπο του Θεοδώρου Ζιάκα είναι η ανάγνωση εγκυκλοπαιδιών. Σε μία από αυτές διαβάζει κανείς ότι ο ήρωας καταγόταν από γνωστή οικογένεια κλεφταρματολών, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στα αντιτουρκικά κινήματα του 1770 και του 1808. Γεννήθηκε το 1800 στο Μαυρονόρος Γρεβενών και διετέλεσε αρματολός στην αρχή και κλέφτης μετέπειτα. Κατέφυγε το 1835 στη Λαμία, αλλά επέστρεψε στα πάτρια εδάφη το 1854 ως αρχηγός επαναστατών. Το κίνημα όμως απέτυχε και μαχόμενος με τους Τούρκους κατέφυγε για δεύτερη φορά στην Ελλάδα. Το 1878 εισέβαλλε πάλι στη Θεσσαλία, αλλά επέστρεψε πάλι πίσω. Πέθανε γύρω στο 1880 («Ζιάκας» 1970:6/244-5).

Με σχολαστική μελέτη ανακαλύπτονται οι συγγραφείς, που ασχολήθηκαν με την οικογένεια Ζιάκα εν μέρει ή αποκλειστικά. Χωρίζονται σε «αυτόπτες» και «ύστερους». Οι πρώτοι, ζώντας μέσα ή κοντά στην εποχή, άντλησαν από αφηγήσεις παθόντων, ακούσματα τραγουδιών και ποιημάτων ενώ ορισμένοι γνώρισαν αυτοπροσώπως τους ήρωες. Οι δεύτεροι αναγκαστικά στηρίχτηκαν στους πρώτους και μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους έγγραφα της εποχής, εφημερίδες, την κρατική αλληλογραφία, εκθέσεις ξένων προξένων όπως και τις αιτήσεις των Ζιακαίων προς το ελληνικό κράτος το 1865. Τα τουρκικά αρχεία δεν είναι δυστυχώς διαθέσιμα.

Από τον γράφοντα μελετήθηκαν εκατό περίπου γραπτά κείμενα ανδρών, τα περισσότερα μερικώς σχετιζόμενα με την ιστορία της οικογενείας. Ελαφρώς λιγότεροι από τους μισούς συγγραφείς, 28 άτομα (48%) δίδασκαν ή και διδάσκουν στην Εκπαίδευση (καθηγητές Μέσης 17 (22%), δάσκαλοι 13 (16%), πανεπιστημιακοί 8 (10%) και ακολουθούν 11 (10%) δημοσιογράφοι. Οι υπόλοιποι είναι στρατιωτικοί, γιατροί, δικηγόροι, λαογράφοι, μηχανολόγοι, μουσικοί, οικονομολόγοι, έμποροι και πολιτικοί. Ακόμα και πέντε απόφοιτοι Γυμνασίου. Έντεκα κείμενα (14%) τυπώθηκαν στα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Μακεδονική και Βοϊακή Ζωή. Οι σχετικές ιστοσελίδες και ιστοχώροι στο διαδίκτυο προσμετρώνται σε 7 (9%). Από το σύνολο του διαθέσιμου υλικού επτά κείμενα ασχολούνται σχεδόν ολικώς με τους Ζιακαίους, ενώ δύο αυτοτελή βιβλία αναφέρονται αποκλειστικά στην οικογένεια, φτάνοντας μέχρι τον ανιψιό του Θεόδωρου Ζιάκα, τον Νικολάκη.

ziakas1 2

Οι ιστοριογράφοι της οικογενείας Ζιάκα κατά επαγγέλματα. Οι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, όλοι φιλόλογοι εκτός από ελάχιστους θεολόγους, έχουν τα πρωτεία. Παλαιότερα οι φιλόλογοι δίδασκαν σχεδόν απλοϊκά το μάθημα της ιστορίας διότι τουλάχιστον δεν διέθεταν κατάλληλα εφόδια

Η προσέγγιση των γεγονότων, η αποτύπωση και η έκδοσή τους έχει άμεση σχέση με το κοινωνικό ή ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν και κινούνται οι συγγραφείς, με αποτέλεσμα να στρατεύονται κάποτε ολικώς ή μερικώς, ασυνείδητα ή συνειδητά. Επειδή σε αρκετές περιπτώσεις η εικόνα του Θεοδώρου Ζιάκα σκιάστηκε ή θαμβώθηκε κατά το ρου των χρόνων, η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να προτείνει μιαν άλλη ασκίαστη και περισσότερο διαυγή αντίστοιχη. Φυσικά, το ιστορικό πρόσωπο των Ζιακαίων θα απασχολήσει στο μέλλον κι άλλους ερευνητές ή ιστορικούς κι επάνω του θα ανακλώνται ερωτήματα, προβλήματα και θεωρίες εκάστης εποχής.

Οι «αυτόπτες» ιστοριογράφοι: 1808 -1914

Σε δύο γενικές κατηγορίες διαχωρίζονται οι ιστοριογράφοι: σε αυτόπτες και ύστερους ως προς το χρόνο, σε κατ΄ επάγγελμα και σε φιλίστορες όσον αφορά στη μόρφωση. Οι φιλίστορες κατανέμονται σε όσους έχουν παρακολουθήσει ανώτερη τουλάχιστον εκπαίδευση και σ΄ αυτούς που παρέμειναν μόνο στη στοιχειώδη. Επειδή ο χρόνος απόστασης από τα γεγονότα επηρεάζει τη σκέψη ή τη μνήμη των ανθρώπων, οι αυτόπτες ξεχωρίζουν ως προς την αμεσότητα των περιγραφών, ενώ οι ύστεροι από τις ιδεολογικές επικαλύψεις, τις προσθήκες ή (και) τις αποσιωπήσεις. Οι συγγραφείς με ολίγη πείρα εξιστόρησης προσομοιάζουν με τους αυτόπτες ως προς την επιλογή ή την περιγραφή των γεγονότων, σε αντίθεση με τους μορφωμένους και τους φιλίστορες. Οι κατ’ επάγγελμα ιστοριογράφοι βασίζονται σε πρωτογενείς πηγές, αλλά μερικές φορές η σταθερή βάση ορισμένων από αυτές αποδεικνύεται πλαστή, διότι κρίνεται από κύρος που προσφέρει η συνεχής επανάληψη.

Στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζονται οι σχετικές με τους Ζιακαίους πηγές με πρώτο ένα ανώνυμο λαϊκό ποίημα από την Ήπειρο, μάλλον από τα Ζαγόρια, που γράφτηκε μετά από το κίνημα του παπα-Ευθυμίου Βλαχάβα στη Θεσσαλία το 1808 κι εκδόθηκε πρώτη φορά το 1956. Αξιόλογο ως προς τη ζωντάνια της περιγραφής μας προσφέρει ονόματα αρματολών και κλεφτών της εποχής, καθώς και πληροφορίες για τις βιαιότητές των, χωρίς να συμπεριλαμβάνει όμως τους Ζιακαίους. Ο συντάκτης του, αρκετά μορφωμένος για την εποχή, κατώτερος διοικητικός μάλλον υπάλληλος, γνώριζε από κοντά αρκετά πρόσωπα (Στεφάνου 1956:15-21). Το ποίημα ήταν γραμμένο με «αηθή εθελοδουλεία» απεφάνθη πανεπιστημιακός καθηγητής της Ιστορίας  (Βακαλόπουλος 1986:80), ωστόσο ο πρώτος που το δημοσίευσε, εξ αγχιστείας μάλλον συγγενής του ποιητή, το θεωρούσε «εξαίρετο» (Στεφάνου 1956:15), αφού ως βουλευτής γνώριζε αρκετά το θυμικό των περισσότερων χωρικών της παλαιάς αγροτοκτηνοτροφικής κοινωνίας.

Ο Κοζανίτης στρατιωτικός Νικόλαος Κασομούλης έγραψε ενθυμήματα, όπου περιλαμβάνεται και μία ιστορία του αρματολισμού. Το έργο του, αν και χρηματοδοτημένο από το 1930, εκδόθηκε εννέα χρόνια αργότερα σε κατάλληλη εποχή. Όπως στο αναφερθέν ποίημα έτσι και σ΄ αυτό οι Ζιακαίοι, τους οποίους ο συγγραφέας γνώριζε προσωπικά, δεν αναφέρονται ούτε ως μετασχόντες στα προεπαναστατικά «πατριωτικά κινήματα» ούτε ως αρματολοί (Κασομούλης χ.χ.:10-918). Ο ίδιος σε ημερολόγιο που κρατούσε τα έτη 1836-7 γράφει λιτά ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας σχετιζόταν με το αρματολίκι των Γρεβενών, ονομάζοντάς τον «ελληνοτουρκοκαπιτάνιο» (Κασομούλης 1968:108).

 

ziakas1 3

Αποτύπωμα σφραγίδας του Θεοδώρου Ζιάκα με τα γράμματα «Θ[ε;]ΔΡ /ζΑΚΑ/ 182[6;]». Πολλοί αρματολοί ή κλέφτες της εποχής χρησιμοποιούσαν σφραγίδες για την επίσημη αλληλογραφία τους έχοντας ή αναζητώντας δύναμη και κύρος

Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος από την Κέρκυρα ήταν από τους πρώτους Έλληνες που τύπωσαν δημοτικά ποιήματα και τραγούδια, μέσα τα οποία παρατίθενται πλήθος ιστορικά στοιχεία, τα οποία, βέβαια, χρειάζεται να ελεγχθούν όπως π.χ. οι κοινοί τόποι των λαϊκών στιχουργών. Σε ένα, λοιπόν, τραγούδι άδεται ότι ο καπετάν Γιαννούλας [Ζιάκας], κλέφτης των Γρεβενών, ασχολιόταν μικρός με τα «γράμματα» και «τα πινακίδια», αλλά η ίδια ακριβώς έκφραση γράφτηκε και για τον παπα-Θύμιο Βλαχάβα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς αμφιβολία το τραγούδι μάς πληροφορεί ότι τα δύο πρόσωπα παρακολούθησαν κατ΄ οίκον σχολικά μαθήματα.

Σε άλλο στιχούργημα σημειώνεται ότι ο αρματολός των Γρεβενών Γιαννούλας [Ζιάκας], ο οποίος εντάσσεται στην «κλεφτουριά», καλέστηκε στα Ιωάννινα να προσκυνήσει το νέο διοικητή πασαλικιού, όμως τα παλικάρια του αρνήθηκαν λέγοντας:

Σε μας τα προσκυνήματα δεν πρέπουν, δεν ταιριάζουν.
Ν΄ εμάς μας πρέπουν τα βουνά και τα δασιά λημέρια.

Η αντίφαση είναι ότι τα παλικάρια του, όντας όργανα τάξης της οθωμανικής εξουσίας, αρνούνται τα «προσκυνήματα», αλλά ήδη έχουν προσκυνήσει για να μπουν στο επάγγελμα. Μάλλον το τραγούδι εκφράζει τις ανησυχίες του αρχηγού και των παλικαριών του ως προς το νέο Τούρκο ή Αλβανό πασά, στον οποίο έπρεπε να καταθέσουν διαπιστευτήρια υπακοής. Ή ίσως προσμονή ακριβού μετρήματος της τιμής των «προσκυνητικίων», δηλαδή των χρημάτων που πλήρωναν για να (ξανα)αγοράσουν την έμμισθη θέση τους. Σε άλλο άσμα αναφέρεται ο «Θόδωρος του Ζάκα» επιτίθεται και σκοτώνει τους ληστές Σκυλοδημαίους και Μακραίους, που μόλις είχαν δηώσει μια εμπορική και μεταφορική πομπή (Passow 1860:87-8). Εφάρμοζε τότε ο Ζιάκας τον οθωμανικό νόμο ως οδοφύλακας ή όντας κλέφτης ο ίδιος, χτύπησε άλλους κλέφτες για να πάρει έτοιμη τη λεία; Ή μήπως υπάρχει άλλη εξήγηση;

Ένα ακόμη τραγούδι μνημονεύει επίσκεψη του Θεοδώρου Ζιάκα στα Γρεβενά μαζί με νεαρούς στρατολογημένους ενόπλους, προσθέτοντας ότι είχε φτάσει ως το «μεσοχώρι», χωρίς όμως να εξηγεί την αιτία της επίσκεψης. Αν όμως συνδυαστεί με κατά τόπους παραλλαγές του, φαίνεται καθαρά ποιος ήταν ο σκοπός και ποιος ο στόχος. Είναι λογικό οι ωμές περιγραφές ελάχιστα να σχολιάζονται από τους ύστερους ιστοριογράφους. Ο καθηγητής π.χ. στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων Στέφανος Παπαδόπουλος (1970:22) έγραψε ότι τότε οθωμανικά σπίτια μόνον λεηλατήθηκαν στα Γρεβενά, ενώ συνάδελφός του θεώρησε ότι η επίθεση είχε σκοπό να εξοντώσει τον Τουρκαλβανό τοπάρχη (Βακαλόπουλος 1986:28). Σε μια όμως παραλλαγή του ιδίου άσματος αναφέρεται ότι οι κλέφτες επιχείρησαν να κάψουν τη «Μητρόπολι» των Γρεβενών (Ενισλείδης 1996:143), ενώ σε έτερη  πως ήταν μέρα των Βαΐων και οι «αρχοντάοι» βρίσκονταν όλοι στην εκκλησία μέσα, την οποία επισκέφτηκε ο Ζιάκας (Νασίκας 1971:154).

Η λογική της τοπογραφίας προσθέτει σε συνεργασία με την ιστορία ότι ήταν αναμενόμενο να κυκλωθεί το οχυρό του τοπάρχη, όπως κι ότι ορισμένοι ένοπλοι έπιασαν θέσεις απέναντι από τα σπίτια των μουσουλμάνων της πολίχνης των Γρεβενών. Αλλά στόχος δεν ήταν οι τελευταίοι, τουλάχιστον όχι μόνον, αφού η καταβολή τους ήταν μάλλον ανέφικτη για δύο λόγους: διατηρούσαν ελεύθερα όπλα στα σπίτια τους εν αντιθέσει με τους ραγιάδες και κατοικούσαν μακριά από τη Μητρόπολη, μάλιστα στη βόρεια όχθη του ρέματος που διέσχιζε την πόλη (Σχινάς 1882:Α9), το οποίο καθώς έλιωναν τα χιόνια ήταν αδιαπέραστο. Ένας από τους στόχους των κλεφτών, αν όχι ο κύριος, ήταν η απαλλοτρίωση τιμαλφών που έφεραν επάνω τους οι για την περίσταση στολισμένοι εκκλησιαζόμενοι, όπως και οι απαγωγές τους, βέβαια, για λύτρα. Παρεμπιπτόντως οι ειρημένοι συγγραφείς, χωρίς να είναι οι μοναδικοί, έκριναν παρόμοιες καταδρομές του Ζιάκα εναντίον βλαχόφωνων ή ελληνόφωνων χωριών είτε «επιθετικές ενέργειες» εναντίον των Τούρκων είτε ως «ανταρτική δραστηριότητα». Εν μέρει είχαν δίκιο.

Άλλο άσμα περιγράφει σε επίθεση κλεφτών με συμμετέχοντα πάλι το Θεόδωρο Ζιάκα εναντίον της Καστανιάς [Καλαμπάκας] το φθινόπωρο του 1832 κι έτερο σε συμπλοκή του ιδίου προσώπου με τους Τούρκους στο Σπήλαιο [Γρεβενών], που έμεινε ημιτελής λόγω δυνατής βροχής (Κρυστάλλης χ.χ.:190-5 & Δούφλιας 2002:489-91). Πώς ερμηνεύονται αυτές; Συνάγεται, λοιπόν, πως χρειάζεται κανείς να έχει εμπειρία, διεισδυτική τόλμη, και να διασταυρώνει πηγές και δοξασίες εντάσσοντάς τες πάντα στο ιστορικό τους πλαίσιο.

Ο δάσκαλος κι έμπορος Παναγιώτης Αραβαντινός από την Πάργα εξέδωσε δύο έργα του το 1853 και το 1880.[2] Πηγές του ήταν τραγούδια και ποιήματα της εποχής όπως κι αφηγήσεις από αυτόπτες μάρτυρες, ποιμένες, αγωγιάτες ή θύματα ληστών. Θεωρούσε τον παλαιό αρματολό και κλέφτη των Γρεβενών «Τότζκα», όπως επίσης και το γερο Ζιάκα «ανδρείους». Τον τελευταίο προσονόμαζε και «κλεπτάρχη» (Ζιάγκος 1989:33-4). Σημειώνει την ύπαρξη των «οπλαρχηγούντων στα Γρεβενά» αδελφών Γιαννούλα και Θεοδώρου Ζιάκα, που τους αποκαλεί «ληστάρχους», «υπό το πρόσχημα λησταντάρτες» κι «εκ συστήματος κακούργους». Ειδικότερα τον πρώτο τον ονομάζει «υπομίσθιο οδοφύλακα» (Ζιάγκος 1989:46), ενώ τον δεύτερο «ακαταπάλαιστο καταπιεστήν και καταστροφέα της επαρχίας Γρεβενών και χωριών του Ζαγορίου».

Για την περίπτωση της επίθεσης του Ζιάκα στα Γρεβενά, που εν μέρει αναφέρθηκε, ο Αραβαντινός είναι ο πρώτος που έγραψε για λαφυραγώγηση και πυρπόληση του 1/3 της πολίχνης από ληστές με αρχηγό τον Θεόδωρο Ζιάκα, την οποία πλήρωσαν Τούρκοι και Χριστιανοί ανεξαιρέτως. Έδωσε και την ακριβή χρονολογία, Απρίλιος 1831. Ακόμη ονομάζει ληστρικές τις επιδρομές του τελευταίου στα χωριά Νεγάδες Ζαγορίου, Καστανιά κι άλλα χωριά της Θεσσαλίας το 1834 λόγω της «ακορέστου φιλαργυρίας» του και προσθέτει ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας κατέφυγε στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο. Είναι ο πρώτος που ετυμολόγησε το επώνυμο Ζιάκας ως υποκοριστικό του Γεώργιος (Αραβαντινός 1856:379-81 & Ζιάγκος 1989:18).

Ακολούθησε το 1870 ο Δρ. Ιατρικής Ιωάννης Λαμπρίδης από τα Ζαγόρια. Βασίστηκε σε προφορικές αφηγήσεις ενός προσκυνημένου, πρώην ενόπλου οπαδού του Θεοδώρου Ζιάκα, και σε τραγούδια. Το γραπτό του αποπνέει ως προς τα ονόματα και τις ημερομηνίες μιαν ιστορική στιβαρότητα. Αναφέρει ότι στις 21 ληστείες που διαπράχτηκαν στην περιοχή οι 8 έγιναν από «ομογενείς κι ομοθρήσκους κακούργους». Χωρίς να το επισημαίνει, ξεκαθαρίζει ότι στο χωριό Νεγάδες μπήκε την 29η Ιούνη 1827 όχι ο ίδιος ο Θεόδωρος Ζιάκας αλλά ένας οπαδός του, ο οποίος έκαψε, βασάνισε και αιχμαλώτισε γυναικόπαιδα προς λύτρωσιν, μεταφέροντάς τα στην περιοχή Φυλλουριά των Χασίων -ο Αραβαντινός θεωρούσε λημέρι των ληστών την ορεινή κοιλάδας Βάλια Κάλντα. Οπαδοί πάλι κι όχι αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Ζιάκας, συνεχίζει ο Λαμπρίδης, είχαν το 1826 εισβάλλει στο Τσεπέλοβο και το 1854 στους Φραγκάδες, όπου βασάνισαν, λαφυραγώγησαν, έσφαξαν μια γυναίκα κι έκοψαν αυτιά. Όμως ο ίδιος ο Θεόδωρος Ζιάκας με «πολλούς φαυλοβίους» είχε εισβάλλει στο χωριό Διπόταμο (Στολοβό) Ζαγορίων στις 30 Απριλίου του 1825 όπου και φόνευσε ένα νεαρό απαχθέν κορίτσι (Λαμπρίδης 1870:55,238-9,243-4), προφανώς επειδή δεν στάλθηκαν εγκαίρως λύτρα.

Πληροφορία του Λαμπρίδη για τον «ανδρείο» οπλαρχηγό Τότσκα σχολίασε σχετικά ανώδυνα μόνον ο τελευταίος αποκλειστικός βιογράφος των Ζιακαίων, ο Νικόλαος Ζιάγκος. Ο Τότσκας ήταν παντρεμένος στο αρβανιτόφωνο χωριό Δερβίζανα της περιοχής Λάκκα Σούλι και τον χειμώνα, καθώς τα ντερβένια, δηλαδή τα ορεινά περάσματα, έκλειναν από τα χιόνια και οι μεταφορές ελαχιστοποιούνταν αν δε μηδενίζονταν, κατοικούσε κι αυτός εκεί. Στο ίδιο χωριό είχε χορηγήσει λεφτά για ανεγέρσεις ναών κι ενός υδρόμυλου όπου είχε μάλιστα δολοφονηθεί με τσεκούρι. «Τι γίνονταν μεταξύ κλεφταρματολών Δυτικής Μακεδονίας και Σουλιωτών;» αναρωτήθηκε ο Ζιάγκος (1989:21-2).

Επόμενη πηγή ήταν το 1872 ο ιατρός Κωνσταντίνος Γουναρόπουλος, εξασκών στην Κοζάνη το επάγγελμα πριν μετοικήσει μάλλον στην Αθήνα. Το Μάιο του 1854 στο χωριό Δήμητρα Χασίων ο αρχηγός Θεόδωρος Ζιάκας νίκησε 400 «Καρδούχους», οι οποίοι μετά καταλύοντας στην πόλη της Κοζάνης «απειλούσαν» τους κατοίκους της. Συμπλήρωσε ότι οι Τούρκοι λεηλάτησαν «πολλά χωρία» της περιοχής Σερβίων, που είχαν επαναστατήσει, κι έκαψαν το χωριό Ζιδάνι Καμβουνίων, όπως και το γειτονικό του μοναστήρι της Παναγίας. Πιο κάτω όμως σημείωσε ότι οι Τούρκοι έκαψαν μόνο δύο ναούς, το καθολικό του μοναστηριού της Παναγίας Ζιδανίου και την Παναγία του, σχετικά κοντινού, χωριού ονόματι Λιβαδερό (παλαιότερα Μόκρου). Ο ίδιος αποκάλεσε τους επαναστάτες «μεγαθύμους της ελευθερίας θιασιώτας» (Γουναρόπουλος 1872:491-2,496-7). Τι ακριβώς καταστράφηκε και ποιοι ήταν οι δράστες χρειάζεται διαλεύκανση, αφού σε τοπικό δημοτικό τραγούδι, που ομιλεί για καψίματα σπιτιών (Τσαρμανίδης 1995:142) δε διακρίνονται με σαφήνεια οι πυροθέτες.

Ο Βλάχος ποιητής Κώστας Κρυστάλλης από το Συράκο της Ηπείρου, θερμός νοσταλγός της υπαίθριας ζωής, ήταν ο τελευταίος που είχε στη διάθεσή του προφορικές πηγές από πρώτο χέρι. Κατέθεσε πολλά νέα στοιχεία: οι Ζιακαίοι κατάγονταν από το χωριό «Μακρυνόρος» των Γρεβενών, αλλά ένα πρωτοπαλίκαρό τους και δεύτερος εξάδελφος του Θεόδωρου Ζιάκα ονομαζόταν Σουλεϊμάν Μπελτζόπουλος. Το όνομα αιτιολόγησε ως εξής: είχε μικρός εξισλαμιστεί, αλλά επέστρεψε πάλι στο χριστιανισμό. Χρονολόγησε το καπετανάτο του γερο-Ζιάκα από το 1780 ως το 1800 και παράλληλα ομίλησε για τη συμμετοχή του στην επανάσταση του παπα-Θύμιου Βλαχάβα. Για τους Γιαννούλα και Θεόδωρο είπε ότι ήταν αρματολοί στα Γρεβενά από το 1814 και μετά, αλλά το φθινόπωρο του 1826 οι Τούρκοι με τη συνδρομή των Ελλήνων Μακραίων σκότωσαν στο «Μακρυνόρος» τον Γιαννούλα, επειδή τον Αλέξη Μακρή, που υπηρετούσε ως μπουλουκτσής (ομαδάρχης) στο σώμα των Ζιακαίων, οι τελευταίοι είχαν παραδώσει στους Τούρκους ως υπαίτιο ληστείας. Αφού ο Ζιάκας «εκδικήθηκε το αίμα του αδελφού του», κατέφυγε στη Βάλια Κάλντα, «αποθηριώθηκε» και άρχισε να «ενοχλεί» ακόμα «και τους χριστιανούς κατοίκους». Εξήγησε μετά ότι οι επιθέσεις του Ζιάκα εναντίον των Νεγάδων το 1828 και της Καστανιάς το 1832 έγιναν για να αναγκαστούν οι Τούρκοι να του παραχωρήσουν «οπλαρχηγία». Τέλος συμπλήρωσε πως ο Θεόδωρος σκοτώθηκε στο Σπήλαιο το 1833 (Κρυστάλλης χ.χ.:190-5).

ziakas1 4

Χάρτης της περιοχής Γρεβενών, όπου έχουν σκιαστεί όσοι οικισμοί αναφέρονται στην παρούσα εργασία (τόποι γέννησης των συγγραφέων είτε χώροι δράσης)

Σκέψεις και συμπεράσματα

Ο ανώνυμος ποιητής του 1808 αντιπαθούσε τους κλέφτες, αλλά και τους αρματολούς, που ονόμαζε «φρόνιμους σαν μουσουλμάνους», πριν προσχωρήσουν στην άρνηση. Τον είχαν επιστρατεύσει μάλλον με τη βία να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων στη Θεσσαλία και από τους κλέφτες είχε φαίνεται πάθει ο ίδιος ή πρόσωπα γνωστά του διάφορα δεινά.

Όποιος ήθελε σκοτώσει ή χωριό να χαρατζώση
να σκλαβώση και ν΄ αρπάξη κάνα σπίτι για να κάψει
πούχει για πολύ μακάρι όποιος έκαμε ζαράρι [ζημία].
Επαινούσαν την κακίαν χαίρονταν εις την κλεψίαν

αναφέρει για τους κλέφτες της εποχής ποιητής (Βακαλόπουλος 1968:64). Αυτή την εικόνα είχε για τους ληστές η επαρχιώτικη ελίτ, οι εγγράμματοι ή οι σχετικά μορφωμένοι άνθρωποι. Οι βίαιες συμπεριφορές δεν ήταν καθόλου σπάνιες και η κοινωνία της υπαίθρου ήταν γεμάτη «αμάθεια και βαρβαρότητα», όπως ορθά είχε επισημάνει ένας ιερέας από το Βόιο, αυτόπτης μάρτυρας επί σειρά ετών των τοπικών εξελίξεων (Τσιάρας 1968:279). Άλλος λειτουργός του Υψίστου έγραψε ότι σε μια σύγκρουση του 1836 μεταξύ Τούρκων και κλεφτών στην περιοχή Πενταλόφου οι πρώτοι ευτυχώς «με το θέλημα του θεού τους έπιασαν όλους» (Καλινδέρης 1939:51).

Οι κλέφτες και οι ληστές μόνο στη συνείδηση όσων μορφωμένων δεν έχουν πληγεί από αυτούς αποκτούν ρομαντικές διαστάσεις. Ο Γιαννούλας Ζιάκας, σύμφωνα με ένα τραγούδι, έλεγε: «Βάνω φωτιά μεσ΄ στα χωριά, καίω τα μοναστήρια» και παράλληλα έπαιρνε παιδιά ως σκλάβους αναμένοντας την εξαγορά τους (Ενισλείδης 1996:137). Αρνητική αντίληψη είχαν για τους «περισσότερους» κλέφτες της Πίνδου και ξένοι περιηγητές προσδίδοντάς τους τον βαρύ χαρακτηρισμό «αχρείοι του έθνους» (Βακαλόπουλος 1969:626). Αν τους κλέφτες μισούσαν οι παθόντες κάτοικοι, τους αρματολούς οι υψηλά ιστάμενοι Τούρκοι τους αντιπαθούσαν, επειδή αρκετές φορές καταπίεζαν σωματικά και οικονομικά τους ραγιάδες. Μία δε τουλάχιστον φορά είχαν επιχειρήσει να τους αντικαταστήσουν με Τούρκους (Βασδραβέλλης 1952:35). Η γνώμη ότι οι αρματολοί «εξελέγοντο» από τους κατοίκους της επαρχίας (Κόλιας 1940:794-5) είναι, προφανώς, φανταστική.

Παρόμοιες αρνητικές απόψεις για τους κλεφταρματολούς δεν έπαψαν έκτοτε να υπάρχουν. Σε ενθύμηση του 1854 παπα-δάσκαλος των Καμβουνίων δήλωνε:

οι καπεταναρέοι …χάλασαν τον κόσμον και πήραν τον κόσμον στο λαιμό τους και χάλασαν και τα βακούφια και την Παναγία στο Ζντιάνι τόκαψαν και τον Αγιαντώνη το χάλασαν (Δημόπουλος 1994:685).

Δεν διευκρινίζεται ποιοι έκαψαν τα κτίσματα, οι Τούρκοι ή οι «καπεταναρέοι», για να συμπληρώσουν με επάργυρα ή επίχρυσα τάματα ναών την λειψή επιμελητεία ή το προσωπικό τους βαλάντιο. Οι Τούρκοι, βέβαια, είχαν κάθε λόγο να εφαρμόσουν αντίποινα, αφού είχαν αποκρουστεί σε παρακείμενη κορυφή από τους ενόπλους επαναστάτες και ίσως ανακάλυψαν κρυμμένα όπλα ή πυρομαχικά. Στις αναφερόμενες περιπτώσεις, πάντως, οι παθόντες αυτόπτες μάρτυρες αντιμιλούν με σφοδρότητα στους ιδεολόγους αστούς, συνήθης εικόνα όπου οι γενικές ιδέες της πόλης σκοντάφτουν επάνω στη σκληρή πραγματικότητα του χωριού.

Έτερο ερώτημα προκύπτει με την πληροφορία της πυρά της Παναγίας Λιβαδερού. Ποιος ακριβώς εννοείται; Ο ταπεινός ναΐσκος, που βρίσκεται έξω από το χωριό, (Δημόπουλος 1994:710) ή άλλη Παναγία οικοδομημένη στη θέση όπου άρχισε να κτίζεται το 1854 ο σημερινός ναός του Αγίου Νικολάου μέσα στο χωριό; Αν ίσχυε το δεύτερο, γιατί άλλαξε όνομα ο ναός αναρωτιέται τοπική ερευνήτρια (Νίκου 1999:28).

Ο αυτόπτης συγγραφέας Αραβαντινός συνοψίζει την οπτική δασκάλων κι εμπόρων ως προς τους αμόρφωτους κι άξεστους οπλοφόρους. Ίσως είχε πληγεί ο ίδιος ή γνωστά του πρόσωπα από ληστές, γι αυτό και συμφωνεί με τον ανώνυμο ποιητή. Αποκαλεί τους Ζιακαίους οπλαρχηγούντες, όχι οπλαρχηγούς, ανοίγοντας ερωτήματα. Γιατί δεν είχαν ακουστεί όπως ο «ανδρείος Τότσκας»; Για ποιο λόγο αγνοούνται από τον ανώνυμο ποιητή όσο κι από τον Κασομούλη; Μήπως είχε συγκρουστεί ο τελευταίος μαζί τους, όταν προσπαθούσε να στρατολογήσει στην περιοχή επαναστάτες το 1821, ή οι Ζιακαίοι ήταν απλοί ντερβεντζήδες (φύλακες περασμάτων) κι όχι καπετάνιοι σε πρωτάτο; Ο Κασομούλης πάντως, υπάλληλος του νεοελληνικού κράτους, δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τους «ελληνοτουρκοκαπιτάνιους», πολλοί από τους οποίους, χωρίς να διακόψουν τις επαφές των με τα ληστρικά κυκλώματα, δεν είχαν αποφασίσει αν προτιμούσαν να ζουν, στο «Ρωμέικο» ως απλοί πολίτες ή στο «Τουρκικό» ως ορεινοί αστυνόμοι. Ο Θεόδωρος Ζιάκας π.χ. την άνοιξη του 1836 ζητούσε άδεια από τις ελληνικές αρχές της Λαμίας για να μεταβεί στο αρματολίκι του στα Γρεβενά (Κασομούλης 1968:108,153,156-7).[3]

Γιατρός στα τουρκοκρατούμενα Ιωάννινα και με σπουδές στη Γερμανία ο Λαμπρίδης ήταν φυσικό να εναντιώνεται σφόδρα στους ενόπλους που «περί λύχνων αφάς» κατέλυαν όσα σπίτια μπορούσαν. Για τη ληστεία όμως του 1854 συμπλήρωσε ότι χρησιμοποιήθηκαν ως «πρόφασις» γράμματα του Ζιάκα προς τους κατοίκους, οπότε εξιλεώνει τον Γρεβενιώτη οπλαρχηγό. Αν άλλες ληστείες έγιναν κατόπιν εμπνεύσεως, επινεύσεως ή αδιαφορίας του Θεοδώρου Ζιάκα δεν έχει εξακριβωθεί, είναι όμως απίθανο να μην τις είχε πληροφορηθεί. Πάντως, η γνώμη του για τους κλεφταρματολούς συμπυκνώνεται κάλλιστα στο στιχούργημα της εποχής:

Η οδύνη ενός Έθνους ως βουνόν να σας βαρύνη,
Να σας αρνηθεί και τάφον η θλιμμένη αύτη γη.
Ο πνιγμένος στεναγμός μας εφιάλτης σας να γίνει,
και του Κάιν η κατάρα ζώσα να σας κυνηγή (Λαμπρίδης 1870:244).

Όσο απομακρύνονται οι συγγραφείς από τα γεγονότα η εικόνα της αμεσότητας χάνεται. Ο Κρυστάλλης σημείωσε ότι ο Ζιάκας «αποθηριώθηκε» κι «εξώκειλεν από τα όρια των εθίμων της τότε κλεφτουριάς», αλλά δικαιολόγησε τη νέα συμπεριφορά εξ αιτίας της αγριότητας του τοπίου από όπου εξορμούσε. Ποια όμως ήταν τα έθιμα της κλεφτουργιάς και ποια τα όριά της; Είχαν ξεπεράσει π.χ. τα όρια οι «λεβέντες» κλέφτες που λεηλάτησαν, πυρπόλησαν και σκότωσαν το 1765 κατοίκους στο χωριό Κάλιανη του Ολύμπου, τη σημερινή Αιανή Κοζάνης (Καλλιανιώτης 2003:1-3/6-7), ή η πράξη αυτή ήταν μέσα σ’ αυτά; Ο Κρυστάλλης, πάντως, στέκεται διχασμένος ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, στο μύθο και την αμεσότητα. Στο έργο του όμως έδωσε λαβή για την ακριβή καταγωγή των Ζιακαίων.

Το ακρότατο σύνορο ανάμεσα στις προφορικές και τις γραπτές πηγές βρίσκεται στο έργο των Βρετανών αρχαιολόγων Alan Wace και Maurice Thompson, που τυπώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Ταξιδεύοντας με Βλάχους ποιμένες από τη Θεσσαλία ως την μακεδονική Σαμαρίνα έπλεξαν με προφορικές πηγές ότι είχαν διαβάσει. Διόρθωσαν κατ΄ αρχήν το αναγραφέν «Μακρυνόρος» με το υπαρκτό Μαυρονόρος.[4] Τους προγόνους τω Ζιακαίων θεώρησαν κλέφτες και μόνον τους αδελφούς Θεόδωρο και Γιαννούλα αρματολούς κι αυτό έπειτα από ληστρικό βίο και προσκύνημα στις τουρκικές αρχές. Αμφέβαλαν έμμεσα για τη συμμετοχή των Ζιακαίων στην επανάσταση του παπα-Θύμιου Βλαχάβα, αφού εκφράστηκαν με το «λένε ότι…». Έγραψαν επίσης ότι η οικογένεια Μακρή πρόδωσε πρώτη τους Ζιακαίους στους Τούρκους, χωρίς να διευκρινίζεται το είδος του δοσίματος. Ανέφεραν ακόμη ότι η εκδίκηση των Ζιακαίων έλαβε χώραν εις βάρος της οικογένειας των «προδοτών» κι όχι εναντίον άλλων. Η πληροφορία ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας προσκύνησε τους Τούρκους των Ιωαννίνων το 1852, αλλά υπέπεσε στις ίδιες αμαρτίες, δεν έχει διασταυρωθεί και μάλλον αντανακλά τον απόηχο των παλαιών προσπαθειών των Ζιακαίων να αποκτήσουν την οδοφυλακή της Πίνδου. Έγραψαν τέλος ότι ο Ζιάκας «διέσωσε», κατά την «ατυχή εξέγερση» του 1854 μερικούς Βλάχους Σαμαριναίους, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο στρατόπεδό του (Wace –Thompson 1987:25-7). Το τελευταίο γεγονός εντάχθηκε αργότερα επάνω σε έναν καμβά πλείστων αποχρώσεων.

ziakas1 5

Φωτογραφία των Γρεβενών στη δεκαετία του 1920. Δεσπόζει το οχυρωμένο οίκημα του Αλβανού διοικητή και πίσω ο μαχαλάς των μουσουλμάνων. Οι χριστιανοί έμεναν στο Βαρόσι που δεν διακρίνεται. Τις δύο συνοικίες χώριζε ο ποταμός Γρεβενίτης, τμήμα του οποίου κυλά στο κάτω μέρος της εικόνας

Οι μαρτυρίες των Ζιακαίων: 1865

Το 1865 τέσσερις αναφορές εστάλησαν από τους Ζιακαίους στην κρατική «επί των θυσιών και αγώνων εξεταστικήν επιτροπήν». Προηγείται χρονικά η αίτηση του Θεοδώρου λόγω ηλικίας ή άμεσης εμπλοκής με τα ζητούμενα γεγονότα, η οποία αποτέλεσε βάση για τις επόμενες. Αυτή που υπογράφει ο έτερος ανιψιός, ο 45χρονος Γούλας, μοιάζει με την αντίστοιχη του θείου του, αλλά είναι περισσότερο αναλυτική. Οι ερευνητές Παπαϊωάννου (1981:53) και Ζιάγκος (1989:101) θεώρησαν ότι τις συνέταξε όλες ο Γούλας, αλλά μάλλον η άποψη δεν ισχύει, επειδή οι σχέσεις του με τον Θεόδωρο ήταν τεταμένες. Προφανώς τις έγραψε δικολάβος της Λαμίας, αφού λίγοι ορθογραφούσαν σωστά εκείνη την εποχή κι επιπλέον ελάχιστοι γνώριζαν τους μορφικούς κώδικες επικοινωνίας με το κράτος. Αν όμως αποδειχτεί ότι συντάκτης των είναι πράγματι ο Γούλας, οι ψυχρανθείσες σχέσεις με το θείο του είχαν προσωρινά υποχωρήσει μπροστά στο όραμα μιας πλουσιότερης, οικονομικά, ζωής. Εν μέρει αποτελούν πηγές από δεύτερο χέρι, καθώς ο Γούλας δεν είχε ζήσει άμεσα όσα ανέγραφε.

Είναι αμφίβολο αν οι Ζιακαίοι γνώριζαν τι είχε γραφτεί γι’ αυτούς ως τότε και δεν είναι βέβαιο ότι είχαν ακούσει τα τραγούδια, τα οποία αναφέρονταν στους ίδιους. Στην περίπτωση που γνώριζαν, δεν συνέφερε να τα επικαλεστούν, αφού στην πλειοψηφία τους διεκτραγωδούσαν καταδρομές εναντίον χριστιανικών χωριών παρά ανδραγαθίες υπέρ του Γένους. Όμως η μαρτυρία των Ζιακαίων είναι αρκετά σημαντική, ιδίως όταν ενταχθεί κριτικά στο ιστορικό πλαίσιο. Κανείς από τους αναφερόμενους ιστοριογράφους δεν τις είχε δει, αφού δεν είχαν μάλλον ταξινομηθεί. Ο πρώτος που τις εντόπισε και χρησιμοποίησε ήταν ο Αθηναίος «λογογράφος» Γεώργιος Κορομηλάς το 1929 αποτελώντας έκτοτε την πιο άμεση πηγή για πολλούς από τους υπόλοιπους ερευνητές. Τις δημοσίευσε ολόκληρες ο φιλόλογος Μιλτιάδης Παπαϊωάννου το 1961. Όσοι έκτοτε άντλησαν απ’ αυτές αποδέχτηκαν εύπιστοι την αλήθεια τους και δεν τις σχολίασαν ιστορικά. Για την ακρίβεια, ένα από τα σχόλια ήταν ότι από την ανάγνωσή τους φάνηκε ότι «όλα τα μέλη της οικογένειας Ζιάκα πήραν μέρος στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες» (Παπαϊωάννου 1981:53 & Ζιάγκος 1989:103). Επειδή όμως δεν έγιναν γνωστά όλα τα μέλη, μάλλον το συμπέρασμα δεν ισχύει.

Η αναφορά του Θεοδώρου Ζιάκα

Ο Θεόδωρος Ζιάκας γράφει πως στα καπετανάτα διατηρούταν ένα είδος ελευθερίας. Ότι διαμαρτύρονταν συχνά κατά των Τούρκων. Το 1821 τα καπετανάτα έδωσαν τους πρώτους στρατιώτες στην επανάσταση κι έφεραν αντιπερισπασμό στις τουρκικές δυνάμεις που κατέβαιναν προς Νότον. Ο πατέρας του ήταν «αρχηγός καπετανάτου» στα Γρεβενά, Βέντζια, Κόνιτσα, Νεάπολη και Άργος Ορεστικό, αλλά κυβερνούσε τα Γρεβενά και τις άλλες τρεις (sic) περιοχές, ενώ στις δύο τελευταίες είχε διορίσει συγγενείς του. Μετά τη δολοφονία του αδερφού του [Γιαννούλα] ανέλαβε αυτός αρχηγός, αλλά, όταν τα καπετανάτα διαλύθηκαν, κατέφυγε στη Λαμία, απ’ όπου δεν έπαψε να εργάζεται «υπέρ της μεγάλης ιδέας», μην εξασκώντας άλλο επάγγελμα. Δεν είχε αποδεικτικά των αγώνων του, παρά μόνον «τη φήμη και τον τρόμο των Τούρκων». Έπειτα θυμήθηκε ότι διατηρούσε δύο πιστοποιητικά χιλιαρχιών από το Μεσολόγγι, που είχε λάβει μαζί με τον Γιαννούλα, αλλά στέλνοντάς τα το 1833 σε επιτροπή στο Ναύπλιο χάθηκαν. Πρόσθεσε ότι «αναμφιβόλως άγνωστοι οικειοποιηθέντες το όνομα ωφελήθησαν δια των εγγράφων» αυτών. Παραπονέθηκε, τέλος, ότι το ελληνικό κράτος δεν τους βοήθησε επαρκώς ή καθόλου και ζήτησε μία «γωνίαν γης προς ταφήν».

Το κείμενο είναι αρκετά λιτό και χρειάζονται αρκετοί προσδιορισμοί, για να γίνει περισσότερο κατανοητό. Τι είδους ελευθερία υπήρχε στα καπετανάτα; Μήπως η ελευθερία να φέρουν όπλα οι αρματολοί, οι μόνοι ανάμεσα στους χριστιανούς; Με τα όπλα προστάτευαν τις διαβάσεις και τα χωριά από τη δράση των ληστών, αλλά τα έφεραν μόνον κατόπιν τουρκικής εντολής. Πότε διαμαρτύρονταν οι καπετάνιοι των αρματολών; Σίγουρα όταν οι Τούρκοι άλλαζαν την ηγεσία τους, αλλά και μερικές φορές παρακινημένοι από πράκτορες ξένων δυνάμεων ή της ελληνικής κυβέρνησης μετά το 1827.

Ανέφερε ο Ζιάκας ότι παρακώλυσε τουρκικά στρατεύματα που κατέβαιναν στο Νότο, αλλά λάνθανε, διότι όσα έρχονταν από τη Θεσσαλονίκη ή τα Μπίτολα δεν περνούσαν από την Πίνδο. Έπειτα, τα τμήματα διάβαιναν με σχετική τάξη ειδοποιώντας από πριν για συλλογή τροφίμων ή καταλύματα και δεν υπήρχε κανείς λόγος να τα εμποδίσουν οι αρματολοί, στην περίπτωση που είχαν την απαραίτητη δύναμη και τη στρατιωτική γνώση για να το επιχειρήσουν. Τι ακριβώς ήθελε να πει, θα φανεί στη συνέχεια.

Το καπετανάτο του γερο-Ζιάκα, αν πράγματι είχε χρηματίσει καπετάνιος σε πρωτάτο κι όχι αρχηγός οδοφυλάκων στην ΒΑ Πίνδο, ήταν προφανώς μικρότερο από ό,τι αναφέρθηκε και γι’ αυτό η αρίθμηση του εδάφους του δεν είναι σωστή. Εκτεινόταν μάλλον στα ορεινά και ημιορεινά βλάχικα και κουπατσιαραίικα χωριά της ΒΑ Πίνδου, διότι οι άλλες περιοχές ήταν πεδινές και κατοικούνταν από μουσουλμάνους, ενώ η Κόνιτσα και το Άργος Ορεστικό βρίσκονταν αρκετές ώρες, αν όχι μέρες, μακριά. Με την έναρξη της επανάστασης του 1821 η πρότερη εμπιστοσύνη των Τούρκων προς τους αρματολούς άρχισε να φυραίνει και λίγο αργότερα εξανεμίστηκε, επειδή ορισμένοι αρματολοί άφηναν τις θέσεις τους αναζητώντας καλύτερη τύχη στη νότια Ελλάδα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης εισχώρησε κι ανάμεσα στους αρματολούς με αποτέλεσμα τη δολοφονία του Γιαννούλα. Αν ο Θεόδωρος έλαβε μετά επίσημα το χρίσμα του καπετάνιου των αρματολών, δεν έχει διευκρινιστεί, πάντως έπειτα από μια ληστρική σταδιοδρομία οκτώ χρόνων πέρασε στην Ελλάδα, εργαζόμενος έκτοτε πράγματι για τη Μεγάλη Ιδέα.

Κάτω από την έννοια αυτή κρύβεται η επανάσταση του 1854, στην οποία έλαβε μέρος ο Θεόδωρος ενεργά. Αλλά επειδή απέτυχε, οι συμμετέχοντες διώκονταν από τις Προστάτιδες Δυνάμεις και τις Ελληνικές Αρχές, και γι’ αυτό ο Θεόδωρος δεν εκφράστηκε ανοιχτά. Έγραψε ότι δεν είχε  πιστοποιητικά των αγώνων του κι όσον αφορά στην περίοδο πριν από το 1854 δεν διέθετε τίποτα. Αν είχε χριστεί επίσημα αρματολός, θα κατείχε γραπτό διορισμό από τους Τούρκους, αλλά θα ήταν αστείο να τον επιδείξει ως πιστοποιητικό αγώνων. Είχαν πράγματι τα δύο αδέλφια πιστοποιητικά χιλιαρχίας και ποιοι συνώνυμοι τα οικειοποιήθηκαν;

Προς το παρόν θα αφεθεί, εν μέρει, η εξήγηση της απόκτησης των διπλωμάτων αυτών και θα ερμηνευτεί η «οικειοποίηση». Δεν είχε άδικο ο Θεόδωρος, αφού πριν από αυτόν στην επιτροπή εκδουλεύσεων Λαμίας είχε σταλεί η αίτηση ενός άλλου Θεοδώρου Ζιάκα, αγράμματου «βλαχοποιμένος σκηνίτου», που έλεγε ότι είχε υπηρετήσει στο σώμα του Καραϊσκάκη (Ενισλείδης 1996:142). Ίσως τον σκηνίτη αυτόν γνώριζε αυτοπροσώπως ο Ζιάκας. Αλλά υπήρχαν κι άλλοι συνονόματοι που έλαβαν μέρος στον αγώνα του 1821, σαν τον Ιωάννη Ζάκα, καπετάνιο πολεμικού καραβιού από την αρβανιτόφωνη Ύδρα, αλλά αυτός δεν χρειαζόταν τίτλους άλλων, διότι ήταν αρκούντως γνωστός. Κάτω από τον φόβο της οικειοποίησης ο Θεόδωρος προσπάθησε να καλύψει την ανυπαρξία του αναφερόμενου διπλώματος, αφού, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ο ίδιος μόνον ως «επίτιμος λοχαγός» είχε αναγνωριστεί και μάλιστα σχετικά αργά, το 1848. Πρόσφυγας στη Λαμία από το 1835 και μετέπειτα ο Ζιάκας ανέμενε στήριξη από το ελληνικό κράτος, αλλά για να εγκριθεί έπρεπε να παρουσιάσει δράση υπέρ του Έθνους. Αφού δεν είχε, αναγνωρίστηκε ως επίτιμος λοχαγός για να δικαιολογούνται προφανώς οι ενισχύσεις που λάβαινε. Στην περίπτωση, βέβαια, που εκτιμόταν η δράση του στην επανάσταση του 1854, θα είχε σίγουρα το βαθμό του ταξίαρχου, αλλά, όπως ειπώθηκε, η συμμετοχή σ’ αυτή δεν έπρεπε να δηλώνεται.

Όσο για τη φήμη και τον τρόμο που προκαλούσε ο Ζιάκας στους Τούρκους ήταν πράγματι αληθινή, αλλά μάλλον αναφερόταν περισσότερο στο 1854. Μόνο το 1831, όταν ο Ζιάκας επιτέθηκε στην πολίχνη των Γρεβενών, οι Τούρκοι ή, σωστότερα, οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι κάτοικοί των είχαν έντονο τον φόβο μήπως οι κλέφτες περάσουν και στον δικό τους μαχαλά. Έκτοτε ο Ζιάκας μόνο σε ελληνόφωνα ή βλαχόφωνα χωριά επιτιθόταν, αφού δεν διέθετε βοηθητικές πληροφορίες για να πράξει το ίδιο και στα μουσουλμανικά, τα οποία ήταν οπλισμένα.

Η αναφορά του Γούλα Ζιάκα

Στην αναφορά επ’ ονόματι του Γούλα Ζιάκα, γιου του Γιαννούλα, γράφτηκε ότι το καπετανάτο των Ζιακαίων απλωνόταν σε τέσσερις περιφέρειες και χρονολογούνταν από την εποχή του Τότσκα, πρώτου εξαδέλφου του παππού του, του γερο-Ζιάκα. Διέθετε 1700 «στρατιώτας» και «φιλικάς μετά των Τούρκων σχέσεις». Στα επαναστατικά κινήματα από το 1770 ως το 1821 είχαν χαθεί 30 μέλη της οικογένειας. Κοτσαμπάσηδες, «γεννηθέντες εξωμότες», πρόδωσαν και σκοτώθηκαν πέντε αδελφοί του γερο-Ζιάκα και «το συνωμοτικό πυρ» έφτασε μέχρι τη Νάουσα, την οποία κατέστειλαν με σφαγές οι Τούρκοι.

Όταν ο γερο Ζιάκας, που συνεχώς διαμαχόταν με τον Αλί Πασά πότε «καταδιωκόμενος» και πότε «επανερχόμενος» στην επικράτειά του γέρασε, το καπετανάτο ανέλαβε ο 16ετής γιος του [Γιαννούλας], μορφωμένος και γνώστης της ιταλικής. Ο Γιαννούλας κράτησε τις επαρχίες Γρεβενών και Βεντζίων, ενώ τις υπόλοιπες μοίρασε σε συγγενείς. «Απασχόλησε» τότε «τα αλβανικά στίφη», να μην κινηθούν στη νότια Ελλάδα το 1821. Στην πολιορκία του Μεσολογγιού έστειλε άνδρες με επικεφαλής τον Απόστολο Κυρίμη κι εκεί χάθηκαν τέσσερα εξαδέλφια του Γιαννούλα. Γι αυτές τις υπηρεσίες ονομάστηκε το 1831 συνταγματάρχης και του απονεμήθηκε δίπλωμα χιλιαρχίας, ενώ ο Θεόδωρος ταγματάρχης, αλλά τα διπλώματα χάθηκαν. Την απώλειά τους έμαθε ο Γούλας μόλις τον Μάιο του 1865.

Προσκαλεσμένος ο Γιαννούλας ξανά να προσφέρει βοήθεια στο Μεσολόγγι, έστειλε ανθρώπους του για συνεννόηση, αλλά αυτοί τον πρόδωσαν στον Τούρκο στρατάρχη Κιουταχή, οπότε οι Έλληνες απεσταλμένοι μαζί με τον αγά των Γρεβενών τον δολοφόνησαν. Αιτίες ήταν ο σφετερισμός του πλούτου και η αρχηγία του καπετανάτου. Τότε οι αρματολοί ανέδειξαν αρχηγό τον γιο του Γιαννούλα, τον Νικολάκη, με «κηδεμόνα» τον θείο του Θεόδωρο. Ο τελευταίος «κατέσφαξε τριάντα δολοφόνους», ερήμωσε με φωτιά και σφαγές δέκα συνωμοτικά χωριά, λεηλάτησε και καθάρισε την επαρχία από τους οικογενειακούς εχθρούς, αναδεικνυόμενος «ο μέγας τρομοκράτωρ των Τούρκων». Εν συνεχεία αντιγράφονται επιστολές του Καποδίστρια προς τους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας με τις οποίες τους προέτρεπε το Νοέμβρη του 1827, το Μάη του 1828 και τον Ιούλη του 1829 να φέρονται «φιλικώς» προς τους Τούρκους. Έπειτα αναφέρεται ότι ο 50χρονος [το 1865] γιος του Γιαννούλα, ο Νικολάκης, πολέμησε κι αυτός. Κοντά του σκοτώθηκαν 100 μπουλουκτσήδες, πρώην αρματολοί στο καπετανάτο [των Γρεβενών]. Τέλος, επικαλέστηκε ως αποδεικτικά αγώνων της οικογένειας τη φήμη, τα μεγαλεία τους και τον τρόμο των Τούρκων, από τους οποίους έσφαξε «μυριάδες». Φυσικά ζήτησε κι αυτός μια «γωνίαν γης προς ταφήν» (Παπαϊωάννου 1981: 53-9).

Ο συντάκτης της αναφοράς του Γούλα Ζιάκα ήταν περισσότερο προσεκτικός, ίσως επειδή είχε μπροστά του την προηγούμενη του Θεοδώρου, και γι αυτό απαριθμώντας τις περιφέρειες του καπετανάτου των Ζιακαίων δεν προσμέτρησε το μακρινό Άργος Ορεστικό. Έπειτα πιστοποίησε την πληροφορία του Λαμπρίδη για άμεσες συγγενικές σχέσεις των Ζιακαίων με τον γνωστό αρματολό Τότσκα, Αρβανίτη παντρεμένο στο Σούλι. Ο αριθμός των αρματολών που προέβαλε είναι απίθανος, αφού τόσοι πολλοί άνδρες δεν ήταν απαραίτητοι για τη φύλαξη των δύο βασικών διόδων της ΒΑ Πίνδου,  (Βλαχο)Κρανιάς και Πενταλόφου, και των γεφυρών που ένωναν τις όχθες του Αλιάκμονα και των παραποτάμων του. Σε έγγραφο της εποχής (Ζιάγκος 1989:32) αναφέρθηκε ότι οι αρματολοί των Γρεβενών ήταν δύο εκατοντάδες άνδρες και αυτός ο αριθμός προσεγγίζει μάλλον την αλήθεια.

Η πληροφορία ότι η οικογένεια Ζιάκα είχε τέσσερις δεκάδες φονευθέντες από το 1770 ως το 1827 ελέγχεται ως υπερβολική, αφού ο μοναδικός γνωστός είναι ο Γιαννούλας Ζιάκας. Αν πράγματι είχαν σκοτωθεί στο όνομα της πατρίδας τόσοι Ζιακαίοι, γιατί δεν είχαν μνημονευτεί πότε και που; Θύματα προφανώς η οικογένεια είχε, αφού ως αρματολοί ήταν εκτεθειμένοι στα πυρά των κλεφτών και ίσως συγγενείς είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης ή ακόμα όταν δολοφονήθηκε ο Γιαννούλας. Η σύνδεση του γερο-Ζιάκα με την καταστροφή της Νάουσας το 1822 είχε προφανή σκοπό να πείσει για την χρόνια προσφορά των Ζιακαίων στον αγώνα του Έθνους, αλλά η προσπάθεια γεφύρωσης δύο αιώνων με δυσνόητο ύφος μάλλον την αποσύνδεσε από την πραγματικότητα.

Ο απαίδευτος γερο-Ζιάκας, ντερβεντζής μάλλον στη βλαχόστρατα που οδηγούσε στα ορεινά της ΒΑ Πίνδου, εκτιμούσε την αξία των γραμμάτων, γι’ αυτό προσπάθησε να μορφώσει τα παιδιά του, προφανώς μέσω οικοδιδασκάλων. Ο Γιαννούλας αποδείχτηκε περισσότερο δεκτικός στη μάθηση και καλλιέργησε και τη βλάχικη γλώσσα, συνήθη στα Γρεβενά, μεταπηδώντας στην συγγενή ιταλική, στην εκμάθηση της οποίας βοηθήθηκε προφανώς από το δάσκαλό του, Βλάχο κατά πάσα πιθανότητα και γνώστη της. Εξ άλλου ήταν μέρος της εργασίας των ντερβεντζήδων η πολυγλωσσία, έτσι αν είχαν π.χ. μητρική γλώσσα την αρβανίτικη, οι περισσότεροι ομιλούσαν, έστω και ολίγιστα ελληνικά, βλάχικα, τουρκικά, τσιγγάνικα, ενώ όσοι επαφίονταν με την Καστοριά, μάλλον και σλαβικά. Η παιδεία του Γιαννούλα συνετέλεσε προφανώς ώστε να διαδεχτεί, αν και έφηβος, τον πατέρα του.

Ο Θεόδωρος, όπως αναφέρθηκε, είχε γράψει ότι εμπόδισε Τούρκους να περάσουν στη νότια Ελλάδα το 1821, όμως στην αίτηση του Γούλα ο εχθρός διορθώθηκε σε «αλβανικά στίφη». Εννοούνται οι ομάδες ατάκτων Αλβανών, που προερχόμενοι από την Κορυτσά κατευθύνονταν από το Μέτσοβο-Κόνιτσα-Γράμμο στα Γρεβενά, για να κατεβούν στη Θεσσαλία προς αρωγήν των Τούρκων είτε ομάδες ληστών που έρχονταν από την Αλβανία, για να λεηλατήσουν ο,τιδήποτε έβρισκαν, καθώς η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί. Τις κινήσεις τέτοιων άτακτων ομάδων λόγω του  επαγγέλματος αναγκαστικά ήλεγχαν οι αρματολοί.

Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι δίπλωμα χιλιαρχίας δεν δόθηκε ποτέ στον Θεόδωρο. Αν και χρειάζεται βαθύτερη έρευνα επί του θέματος, ο Γιαννούλας παρουσιαζόταν να έχει λάβει δίπλωμα χιλιαρχίας (Κανδηλώρος 1919:211) ή μάλλον υποχιλιαρχίας (Χιονίδης 1972:12/35,41), επειδή από το νταϊφά του είχαν φύγει προς τη Ρούμελη αρματολοί με καπετάνιο τον Απόστολο Κυρίμη ή διότι φάνηκε εφεκτικός προς την ελληνική Επανάσταση.[5] Άνδρας με το επώνυμο Κυρίμης αναφέρεται σε υποσημείωση ερευνητή (Βασδραβέλλης 1940α:82) ως «υπαρχηγός του Ζιάκα» και δεινός τουρκοφάγος στη Χαλκιδική του 1821-22, αλλά επειδή η πηγή είναι «χαμένη», ίσως ανύπαρκτη ή πλαστή, η πληροφορία δεν θεωρείται αληθής. Και, φυσικά, δεν γίνεται αποδεκτή σε όσους έκτοτε την παρέδωσαν ως πραγματική, όπως π.χ. ο φιλόλογος Μιλτιάδης Παπαϊωάννου (1981:13-4). Ποιος όμως ήταν ο αναφερόμενος καπετάνιος Απόστολος Κυρίμης και γιατί δεν αναγνωρίστηκε κι αυτός αναλόγως, αφού κι όσοι πολεμούν στην πρώτη γραμμή δικαιούται επαίνους και αμοιβές, όχι μόνον αυτοί που τον στέλνουν εκεί.

Ο Απόστολος Κυρίμης, από την Αετιά Γρεβενών κατά μια πηγή (Παπαϊωάννου 1981:13), θεωρήθηκε μέλος της Φιλικής Εταιρείας (Βασδραβέλλης 1940γ:522), αλλά στα αρχεία των πολεμιστών του 1821 το επώνυμο δεν συναντάται (Χιονίδης 1972:43,53,59), οπότε μάλλον δεν ήταν. Πιθανόν ο αναφερόμενος στον Κασομούλη (χ.χ.:16) Αποστόλης Δερβένης από τα Γρεβενά, «σημαίνων οπαδός» ενός «οπαδού» του αρματολού Τότσκα, ονομαζόταν Κυρίμης. Άνδρες με το επώνυμο Κυρίμης, καταγόμενοι από την πολίχνη των Γρεβενών, είναι γνωστοί δύο, ο Αθανάσιος, ληστής το 1856, κι ο Δημήτριος, πάλι ληστής που υπηρετούσε νωρίτερα στην εθνοφυλακή της Ακαρνανίας (Κολιόπουλος 1996:280). Ίσως οι αναφερόμενοι Κυρίμηδες, μέλη ευρείας φάρας, είχαν αφήσει τα Γρεβενά κατεβαίνοντας στο Νότο για αναζήτηση καλύτερης τύχης, κλείστηκαν στο Μεσολόγγι, απέδρασαν και παρέμειναν έκτοτε στην Ελλάδα αλλάζοντας επαγγέλματα: αρματολοί, επαναστάτες, εθνοφύλακες, ληστές, πάντα όμως άνθρωποι των όπλων. Αν οι Κυρίμηδες συμμετείχαν, ο Γιαννούλας δεν είχε πειστεί να αφήσει το προσοδοφόρο επάγγελμά του, αλλά ήταν αρκετά ευέλικτος, ώστε να ξεπροβοδίσει με την αγάπη του όσους άνδρες επιθυμούσαν να παρατήσουν την ασφάλεια του παλαιού επαγγέλματος προσδοκώντας ένα καλύτερο μέλλον ως πολεμιστές της Επανάστασης. Στην περίπτωση που πετύχαινε, ο Γιαννούλας θα είχε ένα πλεονέκτημα συμμετοχής ανάμεσα στα αρκετά μειονεκτήματα ότι είχε μείνει ανενεργός.

Η πληροφορία ότι ο Θεόδωρος Ζιάκας έσφαξε πάνω από πέντε δεκάδες δολοφόνους και συνωμότες του αδερφού του αφήνει άναυδο τον αναγνώστη. Μισούσαν τόσοι πολλοί τους αρματολούς για τις αστυνομικές και φορολογικές τους πράξεις ή δεν ήθελαν οι χωρικοί των Γρεβενών να συμμετάσχει η περιοχή τους στην Επανάσταση; Μήπως οι φόνοι έγιναν για το θώκο του αρματολού ή του ντερβεντζή; Ενώ οι συνωμότες ήταν χριστιανοί και χριστιανικά χωριά ερημώθηκαν, γιατί ο Γούλας ισχυρίζεται ότι ο θείος του Θεόδωρος τρομοκράτησε τους Τούρκους; Χτύπησε ο τελευταίος πράγματι οικογενειακούς εχθρούς ή γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί η ληστρική του δράση ανά την επαρχία; Αν είχε πράγματι φερθεί ο Θεόδωρος τόσο σκληρά σε ανθρώπους και χωριά, με αποτέλεσμα μία εκατοντάδα νεκρούς και ισάριθμες πυρές σπιτιών, θα υπήρχε μια μαρτυρία, ένα ποίημα ή τραγούδι, ενώ αντίθετα συναντώνται πηγές για καταδρομές των Ζιακαίων με κίνητρα διαφορετικά της εκδίκησης.

O Νικολάκης Ζιάκας, γιος του Γιαννούλα, έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1854 ακολουθώντας το θείο του Θεόδωρο, αλλά ο αναφερόμενος αριθμός των φονευθέντων μπουλουκτσήδων φαίνεται υπερβολικός. Σε κάθε παρόμοια περίπτωση, δηλαδή ερασιτεχνικών προσεγγίσεων ή στρατευμένων ιστοριών, ο διαιρέτης των αριθμών θα πρέπει να είναι ανώτερος του δύο. Όπως θα φανεί πιο κάτω, οι ύστεροι ιστορικοί δε δίστασαν να πλειοδοτήσουν τόσο ως προς τα γεγονότα όσο και προς τους αριθμούς.

Η πρωτότυπη εικόνα του Θεοδώρου Ζιάκα

Δύο συνισταμένες διέτρεχαν την εικόνα των Ζιακαίων το 19ο αιώνα: α) τα έντυπα έργα φιλιστόρων ή απομνημονευματογράφων της εποχής, τα δημοτικά τραγούδια και η προφορική παράδοση και β) οι αιτήσεις των Ζιακαίων. Η προφορική παράδοση παράλλαζε ανάλογα με τη μνήμη, τη φαντασία ή τις επιθυμίες του εκάστοτε αφηγητή. Αν όμως οι πρωτογενείς πηγές φαίνονται σταθερές και δεδομένες, οι ερμηνείες των ποικίλλουν.

ziakas1 6

Αρβανίτες όπως οι πολεμιστές που διακρίνονται στην εικόνα έδρασαν στην περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας ως φύλακες ορεινών διόδων και γεφυρών, σωματοφύλακες, επιστάτες ή αγροφύλακες. Όσοι παρέμειναν εξελληνίστηκαν κι ενσωματώθηκαν στο νεοελληνικό κράτος, αφήνοντας δυσδιάκριτα κάποτε ονόματα, τοπωνύμια ή λέξεις

Ο Θεόδωρος θεωρούσε λ.χ. ως προσφορά της οικογενείας του στον αγώνα εναντίον των Τούρκων την εκ του σώματος του αδελφού του απόσπαση στρατιωτών και συμμετοχή στην πολιορκία του Μεσολογγίου, την παρακώλυση ατάκτων Αλβανών στα Γρεβενά του 1821-26 και την προσπάθεια πραγμάτωσης της Μεγάλης Ιδέας (Επανάσταση του 1854). Παράλληλα επισήμαινε ότι την τέχνη των όπλων την έμαθε από τον πατέρα του, οπλαρχηγό στη ΒΑ Πίνδου.

Ο Γούλας στην αίτησή του αντέγραψε το θείο του, αλλά με περισσότερες λεπτομέρειες. Προσπάθησε να προσθέσει αγωνιστικές δάφνες στην οικογένεια αναφέροντας ότι συμμετείχε σε όλα τα επαναστατικά κινήματα από το 18ο ως τον 19ο αιώνα. Ως προς την παρακώλυση Τούρκων στρατιωτών στα Γρεβενά, ο Γούλας διόρθωσε τον θείο του σωστά αναγράφοντας για «αλβανικά στίφη». Για τη συμμετοχή στη Μεγάλη Ιδέα συσχέτισε έμμεσα και το θείο του Νικολάκη. Έντυπες αποδείξεις όμως μόνον για την επανάσταση του 1854 υπήρχαν, εφημερίδες κι έγγραφα της εποχής, όμως κανείς δεν επιθυμούσε να την επικαλεστεί. Για την προσφορά στην επανάσταση του 1821 τα διπλώματα ήταν χαμένα. Οπότε η επιτροπή των Αθηνών, για να αποφασίσει είχε ως πηγές τα έργα των Αραβαντινού, Λαμπρίδη, Ζαμπέλιου και Πάσσοου και τις προφορικές βεβαιώσεις αρματολών ή κλεφτών, που ασφαλώς ελάχιστοι θεωρούσαν ως αντικειμενικές.

Από τα τραγούδια φαινόταν ότι ο Γιαννούλας Ζιάκας ήταν αρματολός των Γρεβενών κι ο Θεόδωρος για μικρό διάστημα ομότεχνος του αδελφού του και τολμηρότατος κλέφτης μετέπειτα, αφού εισέδυσε ακόμα και μέσα στα Γρεβενά. Ο Θεόδωρος βέβαια είχε εισβάλει και σε άλλα χωριά με ληστρικές διαθέσεις, όπου οι Τούρκοι δεν είχαν καταφέρει να τον φονεύσουν, αν και τον είχαν περικυκλώσει. Οι μαρτυρίες των Αραβαντινού και Λαμπρίδη θα ήταν καλύτερα για τους Ζιακαίους να μην υπήρχαν, αφού οι πιο απαλές τους εκφράσεις για το Θεόδωρο ήταν ότι είχε χρηματίσει «λήσταρχος» και συνεργάτης «φαυλοβίων». Στα κρατικά αρχεία η εικόνα των Ζιακαίων δεν ήταν θετική. Σε έγγραφο π.χ. του 1848 τα κίνητρα του Θεοδώρου Ζιάκα, που επιθυμούσε να επισκεφθεί τα Γρεβενά, δεν είχαν διευκρινιστεί αν ήταν προς κρατικό ή προσωπικό μόνον όφελος, αφού ο οπλαρχηγός φαινόταν ότι ανέκαθεν νοσταλγούσε το παλαιό καπετανάτο του (Κασομούλης 1968:108 & Κολιόπουλος 1996:80).

Κτήματα τελικά δόθηκαν στους Ζιακαίους (Παπαϊωάννου 1981:48-9), όμως δεν έχει δημοσιευθεί η αιτιολογία. Ούτε εξακριβώθηκε τι είδους βοήθεια πρόσφεραν στο Μεσολόγγι και με ποια ανταλλάγματα. Αν ο γέρο Ζιάκας συμμετείχε στα Ορλωφικά ή στο κίνημα του Βλαχάβα, δεν έχει αποδειχθεί. Το έτος 1804 φαίνεται πάντως πως σηματοδότησε το πέρασμα της Πίνδου στην επικράτεια του Αλή Πάσα, οπότε στα δρώμενα της περιοχής άρχισαν να επικρατούν αναταραχές καθώς το κράτος άρχισε να αναδιοργανώνεται στα πρότυπα των ευρωπαϊκών, οπότε οι άτακτοι αρματολοί έπρεπε προφανώς να μετατραπούν σε τακτική αστυνομία και οι αρνητές της δημόσιας τάξης να εκλείψουν παντελώς.

Πόσον καιρό, λοιπόν, έμεινε στο αρματολίκι των Γρεβενών ή στα δερβένια της Πίνδου ο γερο-Ζιάκας και ο γιος του Γιαννούλας δεν είναι γνωστό. Το φθινόπωρο του 1827 ο «ξακουστός αρματολός των Γρεβενών Θεόδωρος Ζιάκας», κατά τον καθηγητή Πανεπιστημίου Στέφανο Παπαδόπουλο (1965:157-62), επισκέφτηκε τον Όλυμπο μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, για να ζητήσουν από την ελληνική κυβέρνηση «τα αναγκαία», ώστε να ξεσηκωθούν κι αυτοί κατά των Τούρκων. Αυτή την εποχή ο Θεόδωρος Ζιάκας ήταν κλέφτης, επαναστάτης εν αναμονή ή ίσως ισορροπιστής, αφού χωρίς ισχυρές δόσεις διπλοπροσωπίας η ζωή έμπαινε σε μεγάλους κινδύνους (Κασομούλης χ.χ.:146).

Εκείνη την εποχή, που ο μανδύας του αστυνόμου άλλαζε εν μια νυκτί με την κάπα του ληστή και το αντίθετο, υπήρξαν προφανώς πολλά θύματα ανάμεσα στις χριστιανικές φάρες. Όποια αναζητούσε την αρχηγία καπετανάτων ή δερβενιών έπρεπε να εξολοθρεύσει ή απομονώσει τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες. Επρόκειτο για έναν πόλεμο όπου διέπρεπαν οι ατομικές δολοφονίες μέσα ή έξω από τα χωριά παρά οι ανοιχτές συγκρούσεις, τις οποίες απεύχονταν οι κυρίαρχοι Τούρκοι. Σε μια παρόμοια βεντέτα έχασε τη ζωή του ο Γιαννούλας Ζιάκας. Ακόμη και άγριες ληστείες στα χωριά, όπως στους Νεγάδες, φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν και προς αμφισβήτησιν της ικανότητας του τότε διορισμένου αρματολού για την επιβολή της δημόσιας τάξης. Η γενικευμένη αυτή αναταραχή συνδέεται καταφανώς με τις εξελίξεις στη νότια Ελλάδα, ο απόηχος των οποίων επηρέαζε και τη Μακεδονία.

Η εκτράχυνση στα αρματολίκια ατόνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1820, όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν ότι οι τουρκοκαπεταναίοι  επέτειναν τα προβλήματα της ασφάλειας στην ύπαιθρο οπότε εξαπέλυσαν ανελέητο κυνηγητό εναντίον κάθε ενόπλου χριστιανού. Αλλά οι Ζιακαίοι γλίτωσαν από το λεπίδι των Τούρκων (Κασομούλης 1942:3/545) και με άλλους ομοτέχνους των, όπως ο Σωτήριος Στράτος που έχει αναφερθεί, κατέφυγαν στην μεθόριο Οθωμανικής Αυτοκρατορίας-Ελλάδας. Από εκεί εξορμούσαν εναντίον χριστιανικών χωριών προς προσπορισμόν αγαθών με κίνητρα: α) την ανάγκη επιβίωσης των ιδίων και των ενόπλων ακολούθων τους
β) την αποθήκευση έμψυχων ή άψυχων υλικών για δύσκολες περιόδους
γ) την προσωπική τους έξιν της φιλαργυρίας δ) την απόκτηση αντιτίμων, απαραίτητων για τη δημιουργία και διατήρηση δικτύου πληροφοριών ή για την πληρωμή «προσκυνητικίων» (Κολιόπουλος 1996:94) ε) την πλήρωση άγριων ενστίκτων στ) τον εξαναγκασμό των Τούρκων να τους αναγνωρίσουν και πάλι ως αρματολούς.

Τον Απρίλιο του 1836 οι Τούρκοι περιέσφιξαν περισσότερο τον κλοιό, χτύπησαν το Ζιάκα κι έδιωξαν και το πρωτοπαλίκαρό του, που τον αντικαθιστούσε στα Γρεβενά (Κασομούλης 1969:80,96), οπότε οι Ζιακαίοι πέρασαν τον επόμενο μήνα στην Ελλάδα. Ίσως στην επιλογή αυτή συνέργησε η απόφαση του ελληνικού κράτους να παραχωρήσει χωράφια και χώρο για σπίτι σε μαχαλά της Αταλάντης, ο οποίος μετονομάστηκε σε Νέα Πέλλα. Πράγματι εκεί κατέφυγαν αρχικά οι Ζιακαίοι (Βέλκος χ.χ.:73-4) κι αργότερα ορισμένοι από αυτούς μετοίκησαν στον οικισμό Αχλάδι κι αλλού. Ποτέ όμως δεν έπαψαν να νοσταλγούν την παλαιά τους άνεση, την «ευζωία» (Παπαϊωάννου 1981:55). Τόσο ελκτική ήταν αυτή, ώστε διάφοροι καπεταναίοι με δόλωμα το αρματολίκι συνέδραμαν τους Τούρκους ως ανιχνευτές κι οδηγοί εναντίον συναδέλφων τους, όπως ο Νικόλαος Βλαχάβας εναντίον των Ζιακαίων (Κασομούλης 1969:138). Οι αρματολοί χρησιμοποιούσαν συχνά στον λόγο τους την αλβανική λέξη μπέσα, για να αναπληρώνουν λεκτικά την έλλειψή της.

Στην Νέα Πέλλα οι Ζιακαίοι ζούσαν από επιχορηγήσεις του ελληνικού κράτους, συμπληρώνοντάς τες προφανώς με εκταμιεύσεις αποθηκευμένου χρυσού, τον οποίο είχαν οικονομήσει από πρότερες δραστηριότητες, αλλά η παλαιά δόξα είχε καταποντιστεί. Γι’ αυτό κι ο Θεόδωρος Ζιάκας μαζί με άλλους τουρκοκαπεταναίους ποτέ δεν έπαψαν να σκέφτονται το παρελθόν. Ήδη από το 1836 συμμετείχε σε μια μυστική εταιρία με σκοπό την εισβολή στη Δυτική Μακεδονία (Ζιάγκος 1989:66-7) κι αργότερα περιφερόταν στα σύνορα με πρόθεση εισβολής στο τουρκικό έδαφος. Το 1848 εμφανίστηκε πάλι στη μεθόριο (Κολιόπουλος 1996:80) και πέντε χρόνια αργότερα, ολίγον μετά την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου, επισημάνθηκε ακόμη μια φορά στο ίδιο σημείο. Τελικά μπήκε στη Θεσσαλία τον Οκτώβρη του 1853, αλλά οπισθοχώρησε αμέσως. Την 20ή όμως Φεβρουαρίου του 1854 εισέβαλε ξανά ως διοικητής σώματος, πέρασε στα Γρεβενά κι αποχώρησε έπειτα από ένα τετράμηνο (Κολιόπουλος 1996:112-3 & Κουτρούμπας 1976:60,71). Δεκατέσσερα έτη αργότερα, το 1878, ο Θεόδωρος Ζιάκας, γέροντας αλλά ακμαίος, εισέβαλε τρίτη φορά και τελευταία στη Θεσσαλία (Παπαϊωάννου 1981:46). Ήταν η ανάμνηση της ευζωίας, η μέθη της εξουσίας, η απόλαυση της δόξας ή τα πολεμικά ένστικτα που διαμόρφωναν το χαρακτήρα και τις επιθυμίες του ανδρός;

Η καταγωγή των Ζιακαίων

Το ζήτημα της καταγωγής προβλημάτισε όσους ιστοριογράφους θεωρούσαν ότι η γλώσσα καθόριζε την ιδεολογία και την πολιτεία των ανθρώπων και πως Έλληνες ήταν μόνο όσοι κατάγονταν από τους αρχαίους προγόνους και χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα. Ο Θεόδωρος Ζιάκας ομιλούσε προφανώς τα χωριάτικα συγκοπτόμενα ελληνικά των Γρεβενών, αλλά οι πρόγονοί του δεν είχαν την ίδια μητρική γλώσσα.

Αναφέρθηκε ότι ο αρματολός Τότσκας έμενε περιοδικώς στην αρβανιτόφωνη περιοχή Λάκκα Σούλι της Ηπείρου, όπου είχε παντρευτεί. Το επίθετο Τότσκας δήλωνε τους κατοίκους της περιοχής Τοσκαρίας της Αλβανίας, οι οποίοι μετανάστευσαν σε άλλα μέρη. Αν όμως ήρθε ο ίδιος ο αρματολός Τότσκας από τη σημερινή Αλβανία ή ο πατέρας του ή ο παππούς του είναι άγνωστο. Πάντως ήταν χριστιανός όπως και οι συγκάτοικοί του Σουλιώτες. Πρώτα εξαδέλφια του ήταν ο κλέφτης Μπελτζόπουλος, του οποίου ο γιος ονομαζόταν Σουλεϋμάν, κι ο γερο-Ζιάκας. Είχαν όμως οι πατέρες τους το ίδιο επώνυμο κι αν ναι, πώς ακριβώς καλούνταν; Τότσκας, Ζιάκας ή Μπελτζόπουλος; Γεννήθηκαν όλοι από την ίδια μάνα; Γιατί οι τρεις πρώτοι εξάδελφοι διαχωρίστηκαν ονοματικώς; Ως προς το γερο Ζιάκα μάλλον το επάγγελμα έπαιξε ρόλο στην μετονομασία του. Zhak στη γλώσσα της βόρειας Αλβανίας καλείται το μεγάλο πριόνι που χειρίζονταν δύο άτομα για να κόβουν κατά μήκος τους κορμούς των δένδρων (Αλβανο-ελληνικό 2001:400).[6] Είναι πιθανόν ότι ο γερο-Ζιάκας εργαζόταν ως πρίστης πριν ασχοληθεί με τον κόσμο των όπλων. Πρίστες ιλλυρικής καταγωγής, αρβανίτες ή αρβανιτόβλαχοι, εργάζονταν φαίνεται στην περιοχή Γρεβενών όπου η δασοκάλυψη είναι σημαντική (Βουλγαρίδης 1995:157) κι αυτός είναι μάλλον ο λόγος που το επώνυμο Ζιάκας έφεραν τόσο Κουπατσιαραίοι τσέλιγκες των Γρεβενών (Βέλκος 1974:43) καθώς και κάτοικοι των Χασίων και της Κοζάνης.[7]

Ήταν μάλλον παντρεμένος στην περιοχή Γρεβενών ο γερο-Ζιάκας, γι αυτό ίσως δεν συνδεόταν στενά με τη Λάκκα Σούλι, όπως ο Τόσκας. Επαφές βέβαια στην αρχή είχαν οι Ζιακαίοι με τους αρβανίτες του Σουλίου (Ζιάγκος 1989:22), αλλά μάλλον όχι ο γερο-Ζιάκας, του οποίου η γυναίκα ήταν πιθανώς Βλάχα ή ελληνόφωνη. Στα παιδιά του, γοητευμένος από την αίγλη της ελληνικής γλώσσας, της χριστιανικής θρησκείας ή απλώς πρακτικά σκεπτόμενος (Κολιόπουλος 2003:105), είχε φροντίσει να δώσει ελληνική παιδεία, οπότε αυτά είχαν ως πρώτη γλώσσα τα ελληνικά και δευτερευόντως τις άλλες που ακούγονταν στα Γρεβενά. Ο Γιαννούλας καλλιέργησε τα ιταλικά ως προέκταση πιθανώς της βλαχικής γλώσσας που εγνώριζε εκ μητρός ή ίσως από τη γυναίκα του, ο δε Θεόδωρος είχε παντρευτεί την κόρη του Νάσιου Μάνταλου, παλαιού ελληνόφωνου αρματολού των Χασίων (Κουτρούμπας 1976:81).

Πώς ακριβώς ονομαζόταν ο ήρωας, Ζιάκας ή Ζάκας; Στο διασωθέν αποτύπωμα της βούλας του Θεοδώρου Ζιάκα του 1828, ένα αστέρι με οκτώ ακτίνες (Παπαδόπουλος 1965:62), υπάρχουν τρία διαζώματα: στο επάνω γράφει «Θ[ε;]ΔΡ», στο μέσο «ζΑΚΑ» και στο κάτω 182[6;]». Αν αποκλειστεί η αγραμματοσύνη του κατασκευαστή της, τότε ο Θεόδωρος είχε δηλώσει ότι ονομάζεται Ζάκας. Οι ελληνόφωνοι κάτοικοι όμως της περιοχής, εκφωνώντας το ζ παχύ, τον αποκαλούσαν «ου Θόδουρους τ΄ Ζιάκα», οπότε γι’ αυτό τελικά επικράτησε το Ζιάκας αντί του επιθυμητού ίσως Ζάκας. Οι διασωθείσες βέβαια υπογραφές του από το 1854 και μετά, αν τις έβαζε ο ίδιος και δεν τις αντέγραφαν οι γραμματικοί του, διαβάζονται ως «Θε Ζηάκα», αλλά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ακούγοντας το επίθετό του συνεχώς ως Ζιάκας το είχε συνηθίσει.

Ληστές ή αστυνόμοι (αρματολοί ή ντερβεντζήδες), σωματοφύλακες, επιστάτες τσιφλικιών και γενικώς άνθρωποι των όπλων, πρόσφοροι σε κάθε ενοικίαση ή εμπλοκή είχαν διακριθεί οι Αρβανίτες, οι Αρβανιτόβλαχοι και οι Βλάχοι. Όσοι από αυτούς ήταν μωαμεθανοί τους είχαν περισσότερο εμπιστοσύνη οι Τούρκοι σε περιόδους κρίσης. Ο αρματολοί Συκαίοι ή Βλαχόπουλοι του Καρπενησίου και οι Βλαχαβαίοι στα Χάσια δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία για την καταγωγή τους. Αρβανίτης ή αρβανίτικης καταγωγής ήταν ο «Τζιάρος Αλβανός» ή Τζιάρας στον Όλυμπο και ο «Γκέγκας» στην Κατερίνη που ξεχείμαζε κι αυτός στην Πάργα. Ο πατέρας του Κοζανίτη στρατιωτικού Νικολάου Κασομούλη είχε το προσωνύμιο Αρβανίτης ή Τσάμης (Κασομούλης χ.χ.:λη΄-θ΄) και σημερινά επίθετα όπως Λιάπης, Γκέκας ή Ντοβόλης δεικνύουν καταγωγές προγόνων και σπανίως ονομασίες λόγω συμπεριφοράς ή ομοιότητας. Αρβανίτικης καταγωγής ήταν και η φάρα των Μακραίων (Ενισλείδης 1996:187), τους οποίους εξολόθρευσαν οι Ζιακαίοι ως διεκδικητές του αρματολικού θώκου. Ο γερο-Ζιάκας συναισθανόταν προφανώς την αρβανίτικη καταγωγή του, όμως τα παιδιά του ομιλούσαν μόνον την ελληνική. Είχε ίσως επηρεαστεί από ξένους περιηγητές που θαύμαζαν κάθε τι αρχαίο ελληνικό ή ο ίδιος ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να αντιληφθεί ότι η ελληνική παρείχε περισσότερες δυνατότητες οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης;

Η επανάσταση του 1854

Ως τοποτηρητής των Τούρκων και ληστής χριστιανών θα περνούσε στην ιστορία ο Θεόδωρος Ζιάκας, αν δεν συμμετείχε στην επανάσταση του 1854, χάρη στην οποία εμβαπτίστηκε σε εθνικό αγωνιστή. Για την περίοδο αυτή κάθε ερευνητής έχει στη διάθεσή του και αρχειακό υλικό αλλά η οπτική της παρουσίασης κι ερμηνείας των γεγονότων δεν παύει να είναι διάφορη, όπως ακριβώς και κατά την εξέταση των προγενεστέρων φάσεων του βίου των Ζιακαίων. Πώς αξιολογούνται οι παραστάσεις των πρωτογενών πηγών και πώς παρενέβησαν σ΄ αυτές οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι, θα εξεταστεί τώρα.[8]

Από το 1830 κι εντεύθεν μέρος των αλύτρωτων χριστιανών, ιδιαίτερα η ελληνόφωνη ελίτ της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, διατελούσε υπό αναστάτωση, την οποία επέτειναν οι τουρκοκαπεταναίοι, εμφανιζόμενοι στα σύνορα με υποσχέσεις για αφειδή ένοπλη αρωγή. Λίγο μετά την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου το 1853, οι Έλληνες εισέβαλλαν στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Ανάμεσά τους και τριακόσιοι άτακτοι που προήλθαν από τις φυλακές Χαλκίδας, (Κουτρούμπας 1976:44-6,57) κρατούμενοι προφανώς για φόνους, ληστείες, ζωοκλοπές και συναφή αδικήματα. Απ’ αυτούς ογδόντα κατατάχτηκαν στο σώμα που κατάρτισε ο Θεόδωρος Ζιάκας. Πόσοι άλλοι κατάδικοι, που είχαν βγει με βασιλική χάρη (Κολιόπουλος 1996:113,125,128), πόσοι ληστές, λιποτάκτες στρατιώτες ή απλοί πολίτες εντάχθηκαν στο σώμα του Ζιάκα και πόσοι παρόμοιοι βρίσκονταν σε άλλα τμήματα δεν έχει εξακριβωθεί. Σε όλες αυτές τις εισβολές στο τουρκικό έδαφος στο «στρατό του έθνους» (Κολιόπουλος 2003:136) οι ληστές καταλάμβαναν σημαντικό μέρος.

Το σχέδιο της εισβολής ήταν απλό: άνοιγμα τριών μετώπων κι αποκοπή των Τούρκων από τις πηγές εφοδιασμού με κατοχή των ορεινών διόδων, που εκτείνονταν από το Γράμμο ως τον Όλυμπο. Κι επιπλέον εξέγερση στη Χαλκιδική για να διαδοθεί περαιτέρω η επανάσταση. Τον τομέα από τη ΒΑ Πίνδο ως τα Χάσια ανέλαβε ο Θεόδωρος Ζιάκας. Ενώ όμως τα τμήματα που θα δρούσαν στη Θεσσαλία και την Ήπειρο είχαν τη δυνατότητα να ανεφοδιάζονται από την Ελλάδα, ο Ζιάκας που θα προχωρούσε στα ενδότερα θα έβρισκε δυσκολίες τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα (Κολιόπουλος χ.χ.:486). Οπότε έπρεπε εφόδια και πυρομαχικά να ληφθούν απευθείας από τον εχθρό, να αγοραστούν με χρήματα ή να παρθούν από επιτόπιους πόρους.[9]

ziakas1 7

Η τετράμηνη πορεία του Σώματος του Θεοδώρου Ζιάκα από τη Λαμία ως το Σπήλαιο