Τρίτη, 29 Ιανουάριος 2019 12:34

ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Είχαν την πέτρα στρώμα τους,

το χιόνι πάπλωμά τους.

Αλλά φωτιά ακοίμητη

την φλογερή καρδιά τους»

Για την Μακεδονία, τον Μακεδονικό Αγώνα και για τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους 1912-13 γράφτηκαν στίχοι, από μεγάλους ποιητές, όπως ό Κωστής Παλαμάς και   Δημοτικά Τραγούδια από τον μέγιστον των ποιητών, τον ανώνυμο και απλό ελληνικό Λαό.

Εκτός από τα τραγούδια, πού είναι κορυφές της ελληνικής ποίησης, στον αγώνα στρατεύτηκαν και απλοί στιχοπλόκοι πού δεν ήταν ποιητές. Υπηρέτησαν όμως ένα μεγάλο σκοπό. Ανταποκρίθηκαν τότε στο εθνικό αίσθημα και βρήκαν θερμή ανταπόκριση. Τα έργα τους δεν αποτελούν τέχνη, αλλά αναβλύζουν ένα αίσθημα και μίαν ανάγκη.

Τα ποιήματα αυτά, μάλλον στιχουργήματα, γνώρισαν τότε μεγάλη δημοτικότητα.

Σήμερα όμως ξεχάσθηκαν και οι ποιητές τους έσβησαν.

Από την παρακαταθήκη αυτήν, που δημοσιεύθηκε στις αρχές τού 19ου αιώνα, ενδεικτικά μερικά στιχουργήματα.

1906: Ή Ελλάδα είναι μικρή και ταπεινωμένη. Τα παιδιά της μεγαλώνουν με το όραμα της Εθνικής Ολοκλήρωσης. Σ’ αυτό το όραμα είναι αφιερωμένη τον Μάρτιο 1906 ή :

«Προσευχή Παιδός»

Τας λέξεις ταύτας τας αγνάς μου

από τα βάθη της ψυχής μου

Ώ! Πλαστουργέ, Θερμώς εκφέρω

θερμής καρδίας Προσευχής μου.

Αφού τα πάντα προσαρμόζει

εις αρμονίας την αγκάλην –

κάμε ως πρώτον την 'Ελλάδα,

και πάλιν, ισχυράν, μεγάλην!

Άλλο δεν Σου ζητώ, ώ ! πάτερ!

τα πάντα κόσμου, ματαιότης.

Πλην εν παρακαλώ ακόμη

γονυπετής, αγνή Θεότης.

'Αφού την κτίσιν διευθύνεις

εις την αρμονικήν όδόν της,

κάμε μεγάλην την Ελλάδα

κι' εμέ, γενναίον πρόμαχον της.

                                

Την ίδια εποχή οι συμμορίες των Βουλγάρων κομιτατζήδων ρήμαζαν την Μακεδονία.

Οι στίχοι πού ακολουθούν - αποσπασματικά - περιγράφουν την τραγωδία και καλούν σε αγώνα:

Ή ψυχή πού πετά στον αιθέρα,

ή καρδιά πού χτυπά δυνατά.

Το 'ρυάκι πού τρέχει κει πέρα,

το πουλί, πού στα ύψη πετά.

Όλα λέγουν: σε τούτο το χώμα

πού τού Κρούμου ρημάζι’ ή γενηά,

Θέ ν' άρθή μια ημέρα ακόμα,

πού θα δη και αυτό Λευτεριά!

 

Η κατάσταση είναι δραματική:

Και ριχμένα πατιούνται μπροστά

μας,

των προγόνων αυτών τα Ιερά....

Και καθένας, Ιδού! συμφορά μας,

με το πόδι, γελώντας, σκουντά.!

Και με χέρι ξηρό, λαβωμένο,

ή πατρίς τα κυττά με καϋμό.

Και στο ξίφος της, κάτω, σπασμένο,

χύνει δάκρυ ή δόλια, πικρό.

Κ' ή νυχτιά την πλακώνει με λαύρα,

το φεγγάρι έβγαίνει θολό.

Και στ’ αυτιά της τη φέρνει ή αύρα,

των σφαγμών το φριχτό βογγητό!

Ματωμένα κορμιά σκορπισμένα

κατά γης, τα φωτίζει θαμβό,

Και με μαύρα φτερά απλωμένα,

προχωρεί των θυμάτων στοιχειό

                        

Έτσι επακολουθεί το προσκλητήριο μάχης:

Παλληκάρια, εμπρός! μη φοβάσθε,

κ' είνε τούτοι, μόν' όγκος πολύς.

Παλληκάρια, εμπρός! μη κοιμάσθε,

νου δεν έχουν, χτυπάτε ευθύς.

Μακεδόνες! παιδιά των ανδρείων,

πεταχτήτε ορθοί στη στιγμή,

Θυμηθήτε Αλεξάνδρου τον βίον,

μη ξεχνάτε πατρίδα θερμή.

Το σπαθί, με το ένα το χέρι,

και με τ' άλλο, ψηλά το σταυρό.

Φτιάστε τόνα τού άλλου το ταίρι,

και σπαράχτε μ’ αυτά. τον εχθρό.

 

Στην μάχη πέφτουν τα παλληκάρια. Ό καπετάν Μιχάλης Μωραΐτης πεθαίνει λαβωμένος θανάσιμα στη Μακεδονική γη και λέει στον ψυχογιό του Σπύρο Φραγκόπουλο:

Σπύρο μου, πιάσε με. Την κεφαλή μου

κράτα στο γόνα σου, στην αγκαλιά...

Βάστα με, χάθηκα, φεύγ' ή πνοή μου,

σβήνουν τα μάτια μου, παύ' ή μιλιά!    

Βόλι μ' έθέρισε μέσα, βαθειά μου

σέρνει οπίσω του χάρο σκληρό.

Πάρε τα όπλα μου τα τιμημένα,

πού τα ευλόγησε μάχης φωτιά,

Μέσα στον πόλεμο πουν' βαφτισμένα

μ’ αίμα ολόμαυρο απ’ το φονηά.

Ήσαν το ταίρι μου, το φυλαχτό μου,

μ’ αυτά μεγάλωσα, πάρτα εσύ,

Θέλω στα χέρια σου το βροντερό μου,

’πάνω στο μνήμα μου να κελαϊδή.

 

Οι αγωνιστές πυκνώνουν, οι μάχες συνεχίζονται:

Ή νύχτα πλακώνει

ή μάχη κορώνει.

Τα άτια καλπάζουν

και σπίθαις τινάζουν.

Πετούν νυχτοπούλια

κλεφτών καραούλια.

Σφυρίζουν ορμάνε,

σαν δράκοι στη μάχη κυλάνε

κ' οι κλέφτες γοργά.

                          

Όκτώβρης 1912 . Η Μακεδονία απελευθερώνεται. Χαράζει ή Ελευθερία και ό στρατιώτης τραγουδάει:

Μέσα σ’ αυτών των τόπων τη ’ματωμένη γη,

Μ’ άγρήγορο το βήμα βαδίζω με ορμή.

Και με λαχτάρα κράζω βαθειά απ’ τή καρδιά,

Χαίρε Μακεδονία και χαϊρ’ Ελευθερία.

   

’Αλλά το τίμημα της λευτεριάς είναι βαρύ. Πέφτουν νεκροί:

Κείνται έδώ βαθειά σ' αυτό το

μνήμα

δύο αετοί, σαν της Ελευθεριάς

το κύμα!....

Πώκλειον μέσα στη θερμή καρδιά των

Πατρίδ' αιθέρια, Θεό!....

Μοσχοβολούν αι δάφνες τους, τα ία,

τριγύρω τους, εδώ οπού ανθίζουν,

και με την αύρα σιγανά μας ψιθυρίζουν.

Το όνειρο τους, τη χαρά, τους

λογισμούς τους με μια λέξη φλογερή,

«Μακεδονία!»    

    

Είναι και αυτά τα στιχουργήματα ένα κομμάτι της Ιστορίας μας.

Δύο σημαντικές λαϊκές λιθογραφίες πού απεικονίζουν σκηνές του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1912.

1η : 'Από την «Μάχη της Ελασσόνας».

2η : από την «Μάχη της Αετοράχης» 1912. Χαρακτηριστικό, εξάλλου, είναι το λαϊκό στιχούργημα της δεύτερης πού λέει:

«Είχαν την πέτρα στρώμα τους, το χιόνι πάπλωμά τους. ’Αλλά φωτιά ακοίμητη την φλογερή καρδιά τους»

 

l2

 

 

Γαλάτεια Ν. Βασιλοπούλου.

Πηγή: Περιοδικό Μακεδονική Ζωή Οκτώβριος 1987. Τ.257


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ